ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΡΙΝΟΣ-ΚΑΖΑΒΗΤΙ

Δεν είναι μόνο ο τόπος. Είναι και οι άνθρωποι. Δεν είναι μόνο η ηρεμία που σου προσφέρεται από τους ανεπαίσθητους παλμούς της γύρω ζωής, είναι και η ζωντάνια που ορίζεται από τους ανθρώπους του, που διάλεξαν να στιγματίσουν την καθημερινότητα του ή να στιγματιστούν από την ιστορία του. Είναι μια σχέση αμφίδρομη, αλληλένδετη και καθ’ολοκληρίαν μοιραία, εάν θέλουμε να ονοματίσουμε έναν τόπο «όμορφο».

Ένας τέτοιος τόπος είναι το Καζαβήτι. Αρχοντικός, ατάραχος και ανιδιοτελώς ελκυστικός. Καταχωνιασμένο κάτω από πεύκα και γέρικα πλατάνια, το χωριό Καζαβήτι, βρίσκεται σε υψόμετρο 350 μέτρων από τη θάλασσα, με τα δυο τεράστια κυπαρίσσια του να στέκονται αιώνες ολόκληρους να παρακολουθούν την ιστορία να ξετυλίγεται ανάγειρα από τις βαθιές ρίζες τους. Καλντερίμια1 αιώνων, κρύβουν ιστορίες ειρηνικών αλλά και πολεμόχαρων καιρών.

Η μορφή με την οποία διασώζεται ο οικισμός Μεγάλο Καζαβήτι μέχρι σήμερα είναι κυρίως του 19ου αιώνα, καθώς οι αρχαιότερες μαρτυρίες που έχουμε από επιγραφές σπιτιών είναι του 1806 και 1807, όταν οι κάτοικοι από τις παραθαλάσσιες περιοχές άρχισαν να μετακινούνται προς τα ορεινά. Λόγος αυτής της εσωτερικής μετοίκισης, η έξαρση της πειρατείας εμφανή σημάδια της οποίας παρουσιάζονται από τα μέσα του 17ου αιώνα. Η αρχιτεκτονική των πέτρινων σπιτιών που διατηρείται ακόμα και σήμερα με ζωγραφισμένα ταβάνια, τις ξυλόγλυπτες μεσάντρες2, και τα δοξάτα3, είναι του τύπου της λεγόμενης μακεδονικής αρχιτεκτονικής που έχτισαν μαστόροι από τη Δυτική Μακεδονία και τη Βόρειο Ήπειρο.

Συγκυριαρχία Αιγύπτου και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1813-1902) καθώς και η ανακατάληψη του νησιού από τους Τούρκους (1902-1912), οπότε και απελευθερώνεται από το ελληνικό ναυτικό, στερεί από τους κατοίκους του χωριού την ελευθερία τους αλλά κάνει πιο ισχυρό το αίσθημα της ελληνικότητας τους.

Ίχνη της συγκυριαρχίας των δύο μουσουλμανικών κρατών στο Καζαβήτι, είναι τα ακίνητα βακούφικα4, το Τζαμί που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον κεντρικό χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων του χωριού, και τα θεμέλια του οποίου θα βρεθούν εάν γίνουν ανασκαφές, το Κονάκι (παλιές τούρκικες φυλακές), που βρίσκεται ακριβώς πίσω από τα 2 μεγάλα κυπαρίσσια, και ένα παλιό καφενείο της οικογένειας Καρατάσου δίπλα ακριβώς από τον κεντρικό χώρο στάθμευσης, οπού βρισκόταν η πρώτη εκκλησία και νεκροταφεία της περιοχής.

Απρίλιος 1941 με Οκτώβριο 1944, και η ναζιστική Γερμανία παραχώρησε την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη στη σύμμαχό της Βουλγαρία. Οι κακουχίες είναι μεγάλες και οι στερήσεις βασικών αγαθών δυσχεραίνουν τον βίο των κατοίκων του χωριού. Οι κατοχικές δυνάμεις εκμεταλλεύονται τον παραγωγικό πλούτο της περιοχής και οι οικογένειες αναγκάζονται να καταχωνιάσουν στα κατώγια τους λίγο λάδι από τις δικές τους ελιές, ώστε να πορέψουν με υποτυπώδη καθημερινά γεύματα.

Ακολουθεί ο εμφύλιος Ελληνικός πόλεμος (1946-1949), και η διχόνοια φθείρει τις σχέσεις των συγχωριανών. Πολλοί κάτοικοι περνούν στο μέτωπο της Αντίστασης και οι οικογένειες τους με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής, τους προμηθεύουν με πυρομαχικά, τρόφιμα και ρουχισμό, διασχίζοντας ρεματιές ολάκερες έρποντας ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί από τους φιλοβασιλικές και ακροδεξιές δυνάμεις, για να τους συναντήσουν στα ξέφωτα και στις σπηλιές. Η τραγωδία συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια στα στρατοδικεία με χιλιάδες φυλακισμένους στρατιωτών και μαζικές εξορίες στα ξερονήσια του Αιγαίου (¶η Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος). Οι διωγμοί και οι συστηματικοί βασανισμοί αριστερών εξακολούθησαν για πολλά χρόνια και τελείωσαν ουσιαστικά με τη μεταπολίτευση, μετά την πτώση της χούντας το 1974.

Χρόνια δύσκολα που όμως στο αντίποδα τους, επικρατούσε μια καθημερινότητα όπου οι δεσμοί ξαναγεννιόταν και γινόταν ισχυροί. Τα χωράφια έπρεπε να καλλιεργηθούν από τους άντρες, (το Καζαβήτι μέχρι πριν από 40 χρόνια περίπου περιβαλλόταν από αμπελοχώραφα που έδιναν μιας εξαιρετικής ποιότητας εξαγώγιμο κρασί) και οι γυναίκες έπρεπε να ετοιμάσουν το φαί στο χαρκατσούκι5. Τα παιδιά εφεύρισκαν τρόπους παραμονής στην «ανωριμότητα τους», με παιχνίδια στους μαχαλάδες του χωριού. «Τσόκτερ μόκτερ τσοκολοπετάρι, πόσα είναι τούτα βρε μουχτάρι;» , αναφωνούσε ο ένας χτυπώντας με την γροθιά του ανεπαίσθητα στο κεφάλι του άλλου και αυτός έπρεπε να μαντέψει πόσα δάχτυλα ήταν ανοιγμένα πάνω στο κεφάλι του, και οι αφεντάδες του σπιτιού αποκαμωμένοι από τις εργασίες τους, μαζευόταν στο καφενείο για να παίξουν καπίκια6.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του τόπου είχε και το σχολείο που λειτουργούσε στο Καζαβήτι, το αντίστοιχο μουσικό γυμνάσιο των ημερών μας όπου διδασκότανε πολλά μουσικά όργανα και κυρίως χάλκινα. Το μοναδικό σχολειό πάνω στη Θάσο που διέθετε εκμάθηση μουσικής και μουσικών οργάνων επί των ημερών του (γύρω στα 1900) και που την περίοδο των Αποκριών πρωτοστατούσε της καρναβαλικής παρελάσεως, αποτελούμενη από ένα και μοναδικό άρμα-αναπαράσταση πειρατικού πλοίου που έφτανε έως το διπλανό το χωρίο (Παραχώρα), όπου και καίγανε το άρμα. Γνώριμος απόφοιτος αυτού του σχολείου, ο Μπαρμπα-Μανώλας ο Λίολιος, ονομαστός Θάσιος οργανοπαίκτης.

Τα χρόνια πέρναγαν και το χωριό σιωπηλά ερημώνει. Η δεκαετία του 1970, βρίσκει πολλούς κατοίκους του να προτιμούν να βρίσκονται κοντά στους ελαιώνες τους, και οι δρόμοι του αρχίζουν να δέχονται στωικά παχιά στρώματα πλατανόφυλλων. Ωστόσο, λάτρεις αυτού του παραδοσιακού οικισμού προσπαθούν να ξετρυπώσουν για ακόμα μια φορά την ομορφιά αυτού του τόπου και στις μέρες μας φαίνεται να ξανακερδίζει την αίγλη του...


Οι πηγές αυτού του κειμένου προήλθαν από ιστοσελίδες και αφηγήσεις του Ευάγγελου Τυρολόγου.